Δευτέρα, 4 Αυγούστου 2008

«Δεν κάνουν καλή δουλειά, να τους πεις», μιλά ένα παιδί, με θάρρος, να, κάπου εκεί δίπλα. Οι πιο κοντινοί, μ’ ετούτο το άκουσμα, γελούν.

«Εμένα δεν μου αρέσει όλο αυτό», καταλήγει σ’ αυτή την άποψη, μια γιαγιά.

«Έχε κουράγιο, γριά». Ωπ, παραλίγο να μπερδευτούν τα πόδια του στο καλώδιο.

«Γριά να πεις την πεθερά σου», φωνάζει η γιαγιά.

Τώρα να δεις γέλια.

Από στόμα σε στόμα, μεταδίδεται ότι λέχθηκε.

Ένας χαρούμενος ενθουσιασμός. Χαχανητά ολόγυρα.

«Γελάνε, κι άλλοι πεθαίνουν», νευριάζει τώρα, ο Αρτέμιος.

«Σσσσσς», τον μαλώνει η μητέρα του.

Εσύ δεν λες, τίποτα; Κάνει νόημα ο μικρός, στην Ουρανία.

Το κοριτσάκι ανασηκώνει τους ώμους.

(«Μήπως, μας συμβεί τίποτα κακό;»), αναρωτιέται από μέσα του, το αγόρι. Με αυτό το νησί που παραφρόνησε.

«Εγώ νόμιζα πως θα χαιρόσασταν, πως δεν πλησιάζουν πολεμικά», μιλά ξανά, ο οικοδεσπότης, στο κέντρο του γηπέδου.

«Μείνανε για να πάρουν;», φωνάζει κάποια, που πρέπει να είναι γύρω στα 40.

«Δεν σέβεστε, τίποτα», μουρμουρίζει μια ηλικιωμένη, εμπρός στον παρουσιαστή της εκδήλωσης.

«Θέλεις να πεις κάτι, στον κόσμο;», την πλησιάζει αυτός.

Της δίνει το μικρόφωνο.

«Να σηκωθώ;», τον ρωτά.

Αυτός ανασηκώνει τους ώμους.

Χωρίς δεύτερη σκέψη, η ηλικιωμένη, καθισμένη ακόμα, μιλά: «εμείς στον καιρό μας δεν είχαμε ανάγκη τις εφημερίδες με τις ασπρόμαυρες φωτογραφίες τους, και τις μαύρες ειδήσεις. Για πολέμους ή άλλες κακίες. Ως τώρα, πριν σαλπάρουμε».

Η παρέα των ταραξιών, την διακόπτει, αφήνοντας τρελά γέλια, στην ατμόσφαιρα.

Κάτι καρπαζιές, πέφτουνε.

Ησυχία.

Συνέχισε, της κάνει νόημα ο οικοδεσπότης.

Μεσημεριάζει.

Ξύνει το κεφάλι της, η ηλικιωμένη.

«Τι έλεγα; Ναι. Πριν σαλπάρουμε, σε πολλούς άρεσε η φασαρία, η πρόκληση των σωμάτων, τι ανακατωσούρα, Θεέ μου, σχώρα μας! Τα παιχνίδια της νέας εποχής. Μαζί με τα παγκόσμια μακελειά. Δεν εκτιμάτε τίποτα. Αλλά υπάρχει και Θεός». Παίρνει ανάσα.

«Λες να πάνε εκεί οι νεκροί μας;», την επικρίνει μια νέα γυναίκα, από το απέναντι διάζωμα. Γυναικοκρατία γενικά εδώ, μες σε τόσες χιλιάδες κόσμου, στο γήπεδο.

«Όποιος καλεί τον Θεό για παρέα, με αγάπη, έχει μια ελπίδα», μιλά γλυκά γλυκά, η ηλικιωμένη.

Ησυχία. Εντονότερη.

Όλοι κατεβάζουν τα κεφάλια.

Συλλογίζονται την πιθανότητα, οι άντρες που έφυγαν για τον πόλεμο, με τι τρόπο, εκείνοι, θα ζητούσαν, και πότε, συγχώρεση. Πριν αφήσουν την τελευταία πνοή, μήπως;

«Πρέπει να σκεφτόμαστε θετικά», παίρνει τη σειρά του, ο εκφωνητής.

«Απομακρυνόμαστε όμως», μιλά από τη μακρινή του θέση, ο Αρτέμιος. Άραγε τον άκουσε κάποιος;

Σιγά σιγά, αδειάζουν οι θέσεις στις κερκίδες.

Επιστρέφουν οι συγγενείς -των ζωντανών ή νεκρών, συμπατριωτών, στρατιωτών- σπίτια τους. Πεζοί ή σε άμαξες που σέρνουν γαϊδούρια, άλογα, βόδια.

Μια έκπληξη, τους περιμένει.


Έχουν γεμίσει οι λιγοστές –γενικότερα- πόλεις του νησιού, σε πεζοδρόμια, περβάζια, κατώφλια μονοκατοικιών, από απρόσμενους επισκέπτες. Τελείως ειρηνικά: Ζώα από τα γύρω δάση, αετοί, είδη και είδη πανίδας, ήρθανε, πλάι στους ανθρώπους. Δες τα μάτια των ζώων. Έχουν την αγάπη του Θεού.

Οι εναπομείναντες δύστροποι κάτοικοι, άντρες και γυναίκες που ακόμη δεν έχουν εννοήσει, πως κάθε ημέρα είναι δαιμονισμένοι: με πάθη, θόρυβο, και καταχρήσεις, θυμώνουν με την παρουσία των ζώων. Μη τους λερώσουν τον κήπο, τα μπαλκόνια. Μα φεύγουν αυτά. Διαβάζουν την κακία, χωρίς Θεό. Απλά έδωσαν μια ευκαιρία στους αχάριστους.

Η Ουρανία με τη μαμά της, συναντούν στην είσοδο της πολυκατοικίας τους, μια ελαφίνα. Η μικρή ξετρελαίνεται. Κοίτα να δεις, χάδια στο ζώο. Σε άλλη πλευρά της πόλης, ο Αρτέμιος συναντά στο μπαλκόνι του, κάποιο είδος πουλιού. Το παρατηρεί.

«Να πετούσα να ‘βλεπα, που πάμε», του λέει.

Τα καύσιμα τελειώνουν όπου να ‘ναι, στις δεξαμενές.

Ως που θα τραβήξει το μαρτύριο αυτών των λιγοστών, χιλιάδων, ατόμων; Για πού τραβάει το νησί;

Την ίδια νύχτα.

Ένας παρατηρητής βλέπει φώτα, μπροστά και δεξιά, σύμφωνα με την οριζόντια πλέον, πορεία της νήσου, κατευθυνόμενη αριστερά στη Μεσόγειο.

«Τι να είναι;», αναρωτιέται.

Ας περιμένει.

Κάποιος άλλος, στο στρατόπεδο, βλέπει ένα ιδιαίτερο όνειρο:

Δεν ξέρει αν είναι το φως, που τον πνίγει. Του στερεί οξυγόνο.

Αυτόματα γίνεται νύχτα.

Αισθάνεται το κεφάλι του, μπουκωμένο.

Καθυστερημένο δείγμα στέρησης, από χρόνια πλύση εγκεφάλου, που χάριζε απλόχερα ο τηλεοπτικός δέκτης.

Φοράμε ειδικό κράνος, για να κινούμαστε σε απόλυτο σκοτάδι. Ο αριθμός αντρών που ‘χουμε κατέβει σ’ ετούτες τις κατακόμβες. Όπου θα συναντήσουμε μάλλον, και τον εχθρό.

«Προβλέπεται, έτσι δεν είναι;», ρωτά ένας φίλος.

«Ακόμη και κάτω από την γη, δεν έχουν δικαιώματα», αποκρίνομαι, κι ακολουθούμε, με τα όπλα σε εγρήγορση. Όμορφα όπλα. Σαν παιδικά παιχνίδια, γιγάντια νεροπίστολα, μα με τόση δύναμη. Κι είχα μια έγνοια, γιατί το φυσικό φως, δεν φτάνει έως εδώ κάτω.

Θαρρώ, το να ‘σαι γυμνασμένος, βοηθά να αισθάνεσαι δυνατός, μέσα σου. Οι πατούσες από τις αρβύλες, γρατσουνάνε τους χωμάτινους διαδρόμους. Θαρρώ έπρεπε να έρθουμε ως εδώ, να μετρήσουμε τα σκουλήκια. Ή μήπως πόσα σκαλοπάτια υπάρχουν, να κατέβει παρακάτω, η απογοήτευση, να ‘σαι άνθρωπος.

Στον πολεμικό μας περίπατο, μια ήσυχη, φωτεινή, σχισμή-ομίχλη, φάνηκε σε τοίχο, σ’ ένα πλαϊνό μας πέρασμα.

Είναι, δύο παιδάκια σ’ ένα κατώφλι, μονοκατοικίας. Κάθονται στα σκαλιά, ένα κοριτσάκι, δυό, τριώ, χρονώ; Με ένα άλλο παιδάκι, που σα να ‘χουν έναν άλλο κόσμο για να θεωρούν πραγματικό. Αυτό το ανθρώπινο είδος, που περπατά μες το σπίτι, και ξέρει, πως πρέπει κι αυτό, να προσπαθεί να διατηρήσει καθαρό και τακτοποιημένο, το διαμέρισμα. Ή να μην αγγίζει-σαμποτάρει, κάθε σταθερή αξία, εξωτερικά. Γιατί ‘ναι κι άλλα παιδάκια, σε άλλα διαμερίσματα, μικρά και ενήλικα παιδάκια, που θέλουν να αναπνέουν, άλλα μάτια, ειρηνικά. Γιατί ίσως κάποτε ανοίξουν το αίμα τους στον αέρα, μήπως φοβηθεί ο εισβολέας.

Όχι.

Δεν συγκινούνται οι ισχυροί μεροκαματιάρηδες πολίτες, από τα κλικ, φωτογράφων που φεύγουν στις ομίχλες πολέμων. Επειδή κάποιος, μες το νου, πρέπει να υπερασπίσει τους άμαχους. Ή τους πλανεμένους στρατιώτες.

Ένας βλάκας της διμοιρίας, νόμισε πως κάτι είδε, μια κίνηση, εδώ κάτω στις κατακόμβες, κι ανοίγει πυρ. Θεέ μου, ξεκουφαινόμαστε.

Όπως τα λόγια των ειρηνιστών που σα το αναψυκτικό που ανοίγεις, η δροσιά του, υπόκειται στην θερμοκρασία του περιβάλλοντος.

Η οπτική ικανότητα, είναι ένα αποδεκτό ναρκωτικό.

Αντίθετα, οι πλούσιοι τρελαμένοι, εξωγήινοι, σκέφτονται: αυτό είναι ένα ωραίο πράγμα, που δεν το κέρδισα με ιδρώτα ή νοητικό κόπο, μα πληρώνω για να το ‘χω, ώστε να αισθάνομαι άνθρωπος. Φυσικά, ισχυρός. Ακόμη και τα βουνά, μου ανήκουν!

Ο στρατιώτης συνεχίζει τώρα να ονειρεύεται, τις ηρεμίες και τις εξάρσεις του.

Άραγε στις αναμνήσεις, βρίσκονται όλα, στη θέση τους;

Ένας παρατηρητής έχει ανέβει σε υψηλότερο ύψωμα, προς βόρειο σημείο, του νησιού. Όλο αυτό που συμβαίνει εδώ.

Νύχτα, πίσσα σκοτάδι.

Για στάσου.

Κάτι φαίνεται μακριά.

-Σε ελάχιστα λεπτά-

«Στάσου πάλι». «Τι συμβαίνει εδώ;».

«Σαν πολύ γρήγορα, δεν φαίνονται καθαρά, εκείνα τα φώτα, μακριά;».

Το νησί έχει αυξήσει την ταχύτητα του. Πάει με 25, 26 τώρα, κόμβους!

Μα αν παρατηρούσε κάποιος τα δυτικά παράλια, εδώ, σε αυτό το κομμάτι γης, θα συμπέρανε πως η θάλασσα σα να συνεργεί σε όλο αυτό που συμβαίνει, υπερβολικά! Τα κύματα από εκείνη τη πλευρά, πλεύσης, πηγαινοέρχονταν ήσυχα ήσυχα.

«Τι έχει πάθει το νησί;». «Γιατί αύξησε ταχύτητα;».

«Βιάζεται», μιλά ξανά, εξωτερικεύοντας την τωρινή του αναστάτωση, ο παρατηρητής.

«Δεν μπορεί να είναι κάτι άλλο».

«Τα φώτα αυτά, πρέπει…».

Αποκλείεται να κάνει λάθος.

«Ναι, ναι. Σίγουρα!».

«Ναι, τα φώτα θαρρώ, από…». «Ναι!».

«Από το αεροδρόμιο στα Μάλαγα!» (στο νοτιότερο δυτικά πηγαίνοντας, σημείο, παραλιακά, της Ισπανίας).

«Να!». «Τα φώτα παραλιακά της Tarifa».

«Αυξήσαμε κι άλλο, ταχύτητα;».

Είναι δυνατόν η νήσος, να περάσει από τον πορθμό του Γιβλαρτάρ; Αφού δεν χωρά.

«Εκεί πιο πέρα, ναι…». «Πρέπει να είναι στο βορειότερο δυτικά, σημείο, της Αφρικανικής ηπείρου. Ναι, πρέπει να είναι τα αχνά φώτα στην Ταγγέρη».

«Πάμε πιο γρήγορα;». «Δεν ξέρω».

(Κανείς δεν θα τολμούσε να επιχειρήσει νυχτιάτικα, να προσγειωθεί ξανά –άραγε πως- στο κινούμενο νησί!).

«Μήπως πρέπει να κατέβω;». «Να ειδοποιήσω».

Ο παρατηρητής αισθάνεται, ταυτόχρονα, μια υπνηλία. Ξαπλώνει ανάσκελα, πιο άνετα.

Οι σέρφερ στην Tarifa, κοιμούνται τώρα.

Αλλού, οι περισσότεροι στρατιώτες, αναπληρώνουν με σωματικές δυνάμεις.

Το νησί,

συνεχίζει την πλεύση του. Απομονωμένο από το σύστημα που αποκαλούν εκεί έξω, πολιτισμό: να κάνουν χιούμορ με τον όποιο πόνο τους, ή του να σηκώνουν τα χέρια, ακόμη κι όταν θίγονται οι ίδιοι οι πολίτες. Που παγκοσμίως, περαιτέρω, είναι συγγενείς όλων εκείνων που είπανε: δεν είσαι εδώ.

Πως είναι δυνατόν τη νύχτα μόνο, να βουλώνουν τα περισσότερα στόματα;

Το νησί μειώνει σταδιακά, ταχύτητα.

Δε το ενδιαφέρει καν, οι ζωές των ανθρώπων, στην Tarifa ή στην Ταγγέρη, απέναντι. Σταματά, κλείνοντας τη δίοδο προς τη Μεσόγειο, αφήνοντας μόνο –με κατάλληλα, αριστερόστροφη κίνηση- χώρο μόνο για να περνάει μια μικρή βάρκα. Είτε προς το βορινά ελεύθερο θαλάσσιο μονοπάτι, ή αντίθετα. Γιατί το κάνει αυτό;

Πριν λίγα λεπτά, τα ζώα και τα πουλιά, έχουν αποχωρήσει από τις λιγοστές πόλεις, εδώ πάνω, ή στα σημεία όπου παρατηρούσες ανθρώπινη ζωτικότητα. Ως αγροτικό επίσης, τρόπο διαβίωσης. Για ποιο λόγο συμβαίνει αυτό;

Πόσες ώρες ακόμη, ως να ξημερώσει;

Ο καιρός δείχνει να χαλάει. Ή μήπως όχι;

Μόνο ορισμένοι συνοριοφύλακες σε Tarifa και Ταγγέρη, έχουν θορυβηθεί με αυτόν τον σκοτεινό όγκο, που ήρθε και σταμάτησε εδώ πέρα!

Να ο μικρός αριθμός βουνοκορφών στο νησί. Καταλαβαίνεις πως ξεχωρίζουν. Τι σημαίνουν όλα αυτά;

Ξανακοιμήσου, στρατιώτη.

Τη νύχτα είναι όλα πιο εύκολα. Μπορεί να μυρίζουν οι κάλτσες, μα στον πόλεμο σημασία έχει η αυτοσυντήρηση.

Τη νύχτα είναι όλα πιο εύκολα.

Άλλοι κοιμούνται μες τα σεντόνια τους, κι άλλοι, τους λένε: δεν είσαι εδώ.

Εννοούν για τον μάχιμο, που είτε πεθάνει στον πόλεμο, είτε όχι, κανείς δεν τον θυμάται, μήτε λογαριάζει αριθμούς, ψυχών.

Άλλα, πως και γιατί.

(Μαμά, απομακρυνθήκαμε).

Κοιμήσου.

«Θέλω και κάνω κακό, στον εαυτό μου».

«Δεν είναι η σκανδάλη που πατιέται».

«Μόνο αυτός που δεν σκοτώνεται, έχει ψυχή».


Ως να ξημερώσει, θα έχουν μαζευτεί, στρατεύματα, και από τις δύο πλευρές: σε αυτή την κοντινή χώρα της Αφρικής, κι όπου, απέναντι, τα απόκρημνα βράχια, στα παράλια στην Tarifa, δεν εμπόδιζαν την πρόσβαση (μερικών πολεμόχαρων ακόμη).

Βλέπεις τώρα, είναι σα να δημιουργήθηκε μια γέφυρα, στο στενό. Χωρίς να ‘χει δικαίωμα να βρίσκεται εκεί.

Και τι γέφυρα.

Μερικοί άλλοι, παρατηρητές, στο νησί, σε υψώματα, συνειδητοποιούν σύντομα, παρομοίως, τι συνέβη, κι ευθύς, με το πρώτο φως, γεννιέται μέσα τους η θέληση να ενημερώσουν τους κατοίκους. Μεταδίδεται το νέο γεγονός. Από στόμα σε στόμα.

Φοβερά νέα.

Ξημερώνοντας, ανά ομάδες, πλήθη, συρρέουν στο αριστερό ημισφαίριο –όπως έχει στρέψει η νήσος, τώρα, ώστε να κόψει την πρόσβαση με τον πλάγιο όγκο της, εσωτερικά της Μεσογείου. Άραγε τι πείραζαν τα καράβια, που εισέρχονταν ή εγκατέλειπαν τη Μεσόγειο;

Σχεδόν οι κάτοικοι εδώ, έχουν αποπροσανατολιστεί.

«Γιατί σταματήσαμε εδώ;», ρώτησε μια γιαγιά.

Ποιον ρωτούσε.

«Μακάρι να ξέραμε», απάντησαν δυό τρεις, καθένας στο χρόνο ενεργοποίησης του παρόντος, μέσα τους, μετά το αρχικό σόκ.

Ορισμένοι σε βορρά και νότο, παρατήρησαν τα στρατεύματα απέναντι. Να, λίγα μέτρα πιο πέρα. Κάποιοι έφηβοι ντόπιοι, φοβήθηκαν για πιθανό είδος πολέμου, με θύματα, τα παρόντα πρόσωπα, που τόσα χρόνια κατείχαν, την ιδιότητα του μη στεριανού. Ποιος να το ‘λεγε ότι η νήσος θα ξεκολλούσε από τη θέση της, με σκοπό να πάει να συναντήσει τα μεγάλα βάθη της Μεσογείου, κι ύστερα να ‘ρθει να κολλήσει εδώ;

«Μα καλά εσύ νόμισες ότι θα βγαίναμε στον Ατλαντικό;», κορόιδεψε ένας εξηντάρης, έναν πιο ηλικιωμένο άντρα, από τον ίδιο.

«Εμείς κανονικά, δεν βλέπαμε δύση; Δες τώρα, το σπίτι κοιτά νότο;».

«Δεν ξέρεις τι λες», γκρίνιαξε ο πρώτος.

«Να η Ταγγέρη στα πόδια μας. Έστριψε σου λέω, το νησί».

«Τώρα πιστεύω οτιδήποτε», παραδέχτηκε ο είρων.

«Δηλαδή τώρα, πρέπει να περιμένουμε πόλεμο;», ρώτησε μια μάνα, μια φίλη της, στα βορειοδυτικά σύνορα του προηγούμενα, κινητού σημείου, γης –μη ανήκοντας σε κανένα χάρτη, για μέρες.

«Γιατί το λες αυτό;».

«Λες να αφήσει είτε ο ένας είτε ο άλλος, Ισπανοί και Αφρικάνοι, αυτή την αλλαγή;».

«Λες να ορμήσουν;».

«Μαμά έχω ένα κακό προαίσθημα», ανησυχεί ο Αρτέμιος.

Τα νέα ταξιδεύουν γρήγορα.

Όλοι στο στρατόπεδο του θείου, ενημερώνονται, πριν τις 12 το πρωί, όχι μόνο ότι το νησί κόλλησε σ’ εκείνο το σημείο, μα πως τόσες ημέρες, ταξίδευε!!

«Είμαστε πιο κοντά», εξωτερίκευσε ένας παππούς, στα ανατολικά παράλια, παρατηρώντας το γεγονός, φραγής της Μεσογείου. Δεν ήθελε πολύ μυαλό.

«Τι λες πάλι;», γκρίνιαξε η νύφη του, που ‘ταν έγκυος ξανά.

«Αν το θέλαμε θα βγαίναμε στην Ταγγέρη, ίσως και με τα πόδια, και θα φεύγαμε ανατολικά, να βρούμε τους δικούς μας».

«Ξεκούτιανες γέρο. Δεν φεύγω εγώ από δω. Εσύ άμα θες να φας καμιά σφαίρα».

Τα διεθνή Μ.Μ.Ε. το έχουν ως πρώτη είδηση.

Ορισμένοι θεατές, το διασκεδάζουν.

Ομάδες από νεαρούς ή περίεργους, στα Ευρωπαϊκά, επίσης, απέναντι παράλια, οργανώνουν πάρτυ για το σημερινό απόγευμα. Κι όσο κρατήσει.

Μια νέα γυναίκα, στο νησί, έχει βρει ένα βράχο στη κοντινή της, παραλία. Όρθια, γέρνει το σώμα της στον πέτρινο όγκο. Σα να ‘ναι κάποιου είδους, ζωή, ευρύτερα, τούτο το κομμάτι τετραγωνικών χιλιομέτρων. Το συμπονά. Επικοινωνεί.

«Κρίμα τόσος δρόμος, Αρτέμιε», του απευθύνεται τώρα, η Ουρανία.

«Δεν ξέρω τι λες», της γκρινιάζει.

«Κάποια μέρα θα συνέβαινε και αυτό», ακούστηκε ένας παππούς, πιο πέρα. Μα δεν καταλάβανε, τι εννοούσε.

(«Να έρθει εδώ ο πόλεμος;»), έχει μια επιφοίτηση ο Αρτέμιος.

«Τι σκέπτεσαι παιδί μου;».

«Τίποτα μαμά» -προσπαθεί να της χαμογελάσει. Την αγκαλιάζει. Τόσοι όρθιοι άνθρωποι, τι περιμένουν άραγε;

Όλα τα μάτια παγκοσμίως, είναι στραμμένα εδώ.

Τι μέρα είναι;

Έχει σημασία;

ο θείος

ξεκλέβει ορισμένα λεπτά, μετά την περιπολία, στα σκονισμένα στενά της Αραβικής πόλης. Στάση για νερό, και τσιγάρο.

Ο θείος θέλει να γράψει για το νησί του, και τη νέα θέση του στο χάρτη. Χαμογελά. Δεν ξέρει γιατί. Δεν το συγκεκριμενοποιεί.

Είναι ένα μαύρο μπλοκάκι, με ένα στυλό διαρκείας, δεμένο μ’ έναν σπάγκο, στο εξώφυλλο. Ξύνει το κεφάλι του. Όχι ότι τώρα χρειάζεται να σκεφτεί, προτού γραπτομιλήσει: «Που πήγαν τα ραπ, ακούσματα σας, κουτσομπόληδες πολίτες, της νέας τάξης, πραγμάτων. Ώ, η Ευρώπη που αγαπάτε. Που παίρνει αποτυπώματα από εξάχρονα, ανήλικα! Παιδιά! Γιατί τα ‘χουν κάνει πάνω τους, οι σουλτάνοι του αυτοκράτορα. Τρομοκρατία σου λέει, από εξάχρονα!

Νησί μου.

Όσο παρέμεινα εκεί, ήταν γιατί αξιώθηκε ένας άνθρωπος, να μου φερθεί ανθρώπινα, κι αυτός ήταν ο εργοδότης μου».

(«Άραγε υπηρετεί και αυτός, εδώ; Τόσοι που φύγανε»).

Συνεχίζει: «Νησί μου. Έμειναν για έναν άλλο λόγο».

(«Μάνα, ποιος ζει σε χωριό που δεν τον γέννησε»).

Μετά τη διακοπή: «Είπα να μείνω γιατί όλοι οι αγαθοί άνθρωποι, πιστεύουν στους οικογενειακούς δεσμούς. Η αδελφή μου παντρεύτηκε εδώ. Εγώ άρπαξα μια ευκαιρία. Μετά, ο Αρτέμιος, μωρό, έσφιξε στα δακτυλάκια του, ένα δικό μου, της δεξιάς παλάμης, κερδίζοντας με για πάντα.

Τι κάνεις τώρα, ψυχογιέ μου».

«Έλα πάμε», παρακινεί ο δεκανέας.

Ο θείος συνεχίζει να χαμογελά.

«Κεφάκια;», παριστάνει τον αυστηρό, ο βαθμοφόρος.

Απάντηση μηδέν.

Τα όπλα επ’ ώμου.

Ώρα 1:20. κοντεύει μεσημέρι.

Τι κοντεύει, δηλαδή.

Κάτι φαίνεται μακριά, στα νέα δυτικά, παράλια, της νήσου. Κάτι έρχεται από τον Ατλαντικό;

«Τι είναι;», ρωτά μια πεθερά.

«Που θες να ξέρω;», νευριάζει ο γηραιός σύζυγος.

«Γιατί είσαι έτσι;»

«Ο γιος που δεν μου έκανες, λείπει».

«Δεν το ξέρω;», μουτρώνει αυτή για τον γαμπρό-στρατιώτη.

«Δες γρήγορα που κινείται», παρατηρεί ο σύζυγος.

Είναι ένα αεροπλανοφόρο!

Ρίχνει άγκυρα, γύρω στα 350 μέτρα, μακρύτερα από εδώ.

«Δηλαδή αυτός», επικρίνει τον καπετάνιο, κάποιος ντόπιος, «σέβεται σύνορα;», συμπληρώνει.

«Ξέρεις εσύ να σέβονταν ποτέ, αυτοί, τίποτα;», αντιρωτά ο διπλανός.

«Να δούμε ποιος θα μας φυλάξει», μιλά ο πρώτος.

Ένα ελικόπτερο απογειώνεται από το πολεμικό πλοίο.

Πραγματοποιεί γύρους πάνω από το νησί, ως τα όρια του όμως, μόνο –όσο αφορά την κίνηση των ελίκων, σε βορρά και νότο.

«Τι κάνει;», γκρινιάζει ένας παρατηρητής έφηβος, σε μια βουνοκορφή του νησιού.

«Να ‘χα ένα μπαζούκα», αστειεύεται.

Κοίτα να δεις, πόσο δυνατές φαίνονται, οι λιγοστές κορυφές. Σα στόμα, σκούπα που ρουφά όλα τα άχρηστα.

Ποιος διοικεί

Την διεθνή κοινότητα;

Πως θα λυθεί τούτο το νέο εμπόδιο;

Ακούς εκεί, ολόκληρο, ζωντανό.. νησί, να φράζει την υδάτινη δίοδο.

«Λες να μας βομβαρδίσουν;», ρωτά μια ντόπια.

«Θαρρώ αυτοί, έτσι κάνουν», προσθέτει, έχοντας αγκαζέ τη μαμά της Ουρανίας. Όμως η κηδεμόνας της μικρής, είναι αποστομωμένη.

Το κοριτσάκι κάθεται στο τραπέζι της κουζίνας, στο σπίτι της νεαράς. Οι μανάδες βρίσκονται στο μπαλκόνι.

«Τι θα γίνει τώρα;», απορεί το ανήλικο θηλυκό.

«Δεν ξέρω». Κοφτή απάντηση. Τυπική.

«Να δούμε καμιά ταινία;».

«Δεν έχει ρεύμα, δεσποινίς».

«Έτσι το είπα, για πλάκα».

«Είσαι αστεία».

«Θαρρώ Αρτέμιε, έχεις χάσει την ενεργητικότητα σου».

«Πολλά έχω χάσει».

«Κι εγώ», κατεβάζει το κεφάλι της, συμφωνώντας.

Ένα μαχητικό θερίζει τον αέρα, κάπου πάνω από τα κεφάλια, αυτών που όντως, είναι εδώ.

Αλήθεια

Που πήγε η όρεξη σας για πρόκληση, μεταμφιέσεις, ρόλους, μαραθώνιο βιωμάτων.

Και μη χειρότερα.

Αυτά τα μικρά πλήθη, παιδιών, που όλο και κάποιος, θα έβρισκε πρόφαση, να τους πάρει αποτυπώματα.

Κοίτα να δεις που κάποιος αντιστάθηκε.

Το νησί.

Αυτούσιο.

Σε κλίμακα ένα προς ένα.

Ένα φουσκωτό με μικρό αριθμό, κομάντο, πλησιάζει από το αεροπλανοφόρο.

«Λες να το αφήσει;», μίλησε ένας παρατηρητικός παππούς.

Το νησί το αφήνει.

Βγαίνουν τρέχοντας οι κομάντο, στο κέντρο της νέας, δυτικής, παραλίας. Τι κάνουν; Στήνουν αρχηγείο;

«Τους άφησε». «ναι».

Τα καύσιμα τοπικά, βρίσκονται στο ύστατο τέλος τους.

«Αν τους ζητάγαμε;».

«Αυτοί παίρνουν μόνο».

«Εννοείς αρπάζουν».

Κανείς ντόπιος δεν πλησιάζει τους κομάντο.

Αντίθετα, οπισθοχωρούν θαρρείς, οι κάτοικοι, στα γνωστά τους σημεία, όπου οι περισσότεροι, το νησί, τους είδε να μεγαλώνουν.

Γιατί επιστρέφουν;

«Μαμά, φοβάμαι», εκδηλώθηκε ο Αρτέμιος.

Γέρνει το νέο ηλιοβασίλεμα.

Αυξάνει όμως, η ανησυχία των κατοίκων.


Η ζωή είναι σύντομη

Ήταν ένα άλογο με την ιδιοκτήτρια, σε κάποιο υψίπεδο, αδράχνοντας τις τελευταίες φωτεινές ακτίνες. Κοίτα να δεις, που τουλάχιστον δεν άλλαξε η πορεία του ήλιου.

Σβήσανε τα φώτα στον ουρανό.

Τι είναι;

Τι συμβαίνει;

Ένα βουητό.

Τι συμβαίνει;

ΣΕΙΣΜΟΣ!

Σεισμός.

Σα κούνια, σιγανά, όλο το νησί, ξυπνάει πάλι!

Τι στο καλό….

(Που πήγε η μυρουδιά από τα αφρόλουτρα σας).

Μια δυνατή βοή, σα κραυγή γυναίκας, ενόσω κακοποιείται.

(Ριπές ακούγονται στα χωμάτινα στενά).

Μια ακόμα, δυνατή βοή.

Τρομάζει τα στρατεύματα στις δύο όχθες. Ξυπνάνε οι ελάχιστοι ναύτες, στις κουκέτες, στα βάθη του αεροπλανοφόρου.

Τι συμβαίνει;

Σβήνουν οι τελευταίες γεννήτριες, εδώ. Ή καταστρέφονται από το σεισμό που όμως αφήνει άθικτες, όλες τις κατοικίες!

Το νησί…

Το νησί, μες τη νύχτα.

Το νησί μες το σκοτάδι, σχίζεται.

Σα πληγή! Στα νέα δυτικά παράλια.

Τι στο καλό….

Το νησί είναι εδώ.

Το νησί κινείται!

Ανατολικά.

Το νησί αφήνει πίσω του, κάτι!

Θεέ μου!

Αφήνει πίσω του, μια λεπτή γραμμή γης, γύρω στα 25 μέτρα. Κομμάτι με αμμουδιές, δρόμους. Όλα μοιάζουν να ‘χουν γίνει ένα κουβάρι από την αναταραχή. Πάει, θαρρείς λερώσανε το εσώρουχο τους, οι κομάντο (χε χε).

Έμεινε το εμπόδιο πίσω.

Έστω αυτός ο 25 μέτρων, σπάγκος γης.

Να τα φώτα της Tarifa.

Κανείς δεν κοιμάται πλέον, απέναντι.

(Στα ντους, γρήγορα. Αλλάξτε σεντόνια).

Που πάει το νησί;


Είναι

ένας τρελός, που ‘χει μερικούς άλλους, τρελούς, δίπλα του, με το δείκτη της παλάμης, σε κάτι κόκκινα κουμπάκια.

Τα κοκκινιούλικα κουμπάκια, συνδέονται με μηχανισμούληδες, που λένε: ορίστε, είστε ελεύθεροι.

Πύραυλοι με εκρηκτική γόμωση. Θαρρείς, δεν βγαίνουν συχνά. Θέλουν να κάνουν πάρτυ.

«Θα είναι φρόνιμο;».

«Άσε να δούμε».


μια φορά κι έναν καιρό,

ήταν ένα τετράδιο.

Το τετράδιο ήταν ντυμένο με το χρώμα φυλής, του ιδιοκτήτη.

Αυτός ο ιδιοκτήτης, είχε επίσης τη δυνατότητα να διαβάζει σα στρώσεις βερνικιού, τις γνώμες των αληθινά σκεπτόμενων. Κάτι πείραζε τη Διεθνή Κοινότητα: όχι μη δε λείψουν τα τετράδια, απλά να μην πουλάνε χώρο, ελεύθεροι άνθρωποι.

Αυτοί που θα πουν: όχι. Δεν θα σκοτώσω.

ΌΧΙ, δεν έχεις δικαίωμα να με σφάζεις.

ΟΧΙ, ουρλιάζοντας, δεν πατάς, ρε, εδώ πέρα. Φύγε ρε. Ο πράος άνθρωπος μπορεί να αμύνεται. Οι ελεύθεροι άνθρωποι, δεν είναι ηλίθιοι.

«Μη μου πεις, πως δεν αισθάνεσαι ανόητος, τώρα».

Είναι ένα παιδικό τετράδιο, που με γλυκόλογα καλούσε: έλα, γράψε ότι θέλεις.

Έπειτα, το νέο ενήλικο άτομο, μπήκε στο γκέτο, των …ελεύθερων ανθρώπων.

Πάει, άφησες πίσω σου, κάτι.

Τι στο καλό….

(χι χι),

(Κανένα έλεος, στα μπουκωμένα μυαλά).

Το νησί φεύγει ακόμα, ανατολικά.

Νύχτα, πίσσα σκοτάδι.

Ούτε καν, αστέρια.

Όλοι βλέπουν, το ίδιο όνειρο;

:Είναι μια λιτανεία από κασόνια.

Τι έχουν μέσα, τα κασόνια;

Κασόνια που χωράνε μωρά, παιδιά, ενήλικους.

Δες πόσα περισσότερα, είναι, των μωρών.

Είναι από εκτρώσεις;

Όχι….

Είναι από ρίψεις τους σε κάδους σκουπιδιών;

Ίσως.

Ήταν ορφανά;

Μάλλον.

«Στο είπα να προσέχεις που πατάς».

Στο κοινό όνειρο, μυρίζει λιβάνι.

Θαρρείς, όλοι οι κάτοικοι του νησιού, πέφτουν τούτη τη νύχτα της νέας αναχώρησης, σε ένα είδος, χειμερίας νάρκης.

Τους ψέκασαν με ψυχοφάρμακα;

Όχι αυτή τη φορά.


Τα φλας των φωτογράφων

Αστράφτουν, έστω κι αν ο ήλιος είναι τόσο μεγαλόψυχος, σήμερα.

Σ’ εκείνη την 25 μέτρων, λεπτή γραμμή γης, που άφησε σα κρόκο, δέρμα, σα πληγή, το πλεούμενο νησί, κόβοντας, καθιστώντας την πρόσβαση στην Μεσόγειο, αδύνατη.

Να, τώρα βλέπεις να ‘χουν σχηματιστεί στην παραλία, κάτι…..

Προσωπογραφίες, σχήματα αντρικών σωμάτων. Άλλοι “κρατάνε” όπλο, άλλοι δείχνουν…

Μόλις δόθηκε εντολή, να εκκενωθεί αυτός ο “σπάγκος” γης.

«θα ήταν φρόνιμο;».

Αποσύρονται εντελώς, όποια στρατεύματα, στις δύο όχθες.

Ένα ελικόπτερο, μεταδίδει ακόμα, ζωντανά, από ψηλά, αυτά τα καλιγραφήματα.

-όσοι πρόλαβαν να ‘χουν το βίντεο να γράφει-

έχουν ρεύμα τα κουμπάκια;

Τι όμορφα που είναι.

Μήπως είναι όλοι οι ελεύθεροι άνθρωποι;


Τίποτα δεν με σοκάρει εμένα

Κάποτε, η άγνοια ήταν προτέρημα.

Τώρα κοιμούνται και τα ζώα, στο νησί-πλεούμενο, το οποίο, αντί να μετακινείται τελείως οριζόντια, ανατολικά, στρίβει 25 μοίρες προς τα κάτω. Θαρρείς μήπως έχει σκοπό να…

Η θέση του σε χάρτες, η πορεία του εφάπτεται με αυτό το σημείο. Το οποίο εδώ και μέρες, μετά τη φυγή, θυμίζει εκείνες τις ωραίες κλειστές λίμνες σε ωκεανούς, με μια λεπτή γραμμή γης, σα στεφάνι. Που κάποιοι περισπούδαστοι, άνοιγαν εκεί, τα κουτιά τους, της Πανδώρας.

Μα τι να φανεί, μες τη νύχτα.

Άτι σαν τον αόρατο θάνατο, ένα πράγμα.

Κάποτε χαμογελούσαν οι άνθρωποι.

«Μαμά σε ποιον ανήκει το νησί;».

«Γιατί το ρωτάς αυτό;».

«Πρέπει να είναι πλούσιος, για να του ‘χει βάλει μηχανή».

«Πήγαινε στο δωμάτιο σου».


Φυσάει

αυτή τη νύχτα, στο νησί πλεούμενο.

Είναι ένας δρόμος, κάπου.

Κάπου στο ξεκίνημα του, έχει μια πινακίδα που γράφει: Η ζωή είναι μόνο για ενηλίκους. Κι έχει εκείνο το κόκκινο χ, πάνω δεξιά.

..Αν μπορούσαν κι οι άνθρωποι, να φέρονται σα τα ζώα.

Έχει φεγγάρι. Θολό.

Αφήνει ίχνη ικανότητας, στρωτής πεζοπορίας, σ’ ότι περπατά στον δρόμο.

Είναι ένας άνθρωπος.

Σα να κλαψουρίζει.

Τι λέει;

Εκλιπαρεί για σωτηρία;

Είναι νεκρός.

Δεν ξέρω.

Ψηφίζει;

Όχι, όχι, για στάσου.

Δείχνει παιδί.

Γιατί κάτι τόσο όμορφο, όπως τα δύο φύλα, κανείς δεν προστατεύει;

Τη νύχτα αυτή, ο δρόμος γεμίζει με ανθρώπους. Είναι πιο εύκολο, τη νύχτα. Σα δεν κοιτάς το ρολόι. Δε μετράς τα χρόνια, δεν θυμάσαι τα πιστεύω. Στην κλίμακα τους. Στους φυσικούς νόμους, πάντα…

Κοίτα να δεις διάσημο που έγινε το νησί πλεούμενο.

ΌΧΙ.

Δεν σταμάτησε στην πρότερη του, ως καταγραφή στο χάρτη, θέση-σημείο.

Σα να έξυσαν οι δύο επιφάνειες, σαν από τραχύ σίδερο, η μία την άλλη: ο νέος μεταφερόμενος πάτος, με τα παλαιά “υποστηρίγματα”, σα δάκτυλο που κόπηκε, από το σώμα της γης.

Ώ πόσο γαλήνια κοιμούνται οι γιαγιάδες, οι παππούδες, εδώ. Τα παιδιά, οι πεθερές, οι έγκυες.

Σα να μην υπήρξε ποτέ, πόλεμος.

Μην αυταπατάσαι.

Κόκκινα κουμπάκια… λέιζερ ακτίνες σε σκόπευτρα αυτόματων.

όπως τραγουδάνε και οι Queen, Αν υπάρχει ένας σκοπός, να ζεις, να πεθαίνεις.

«να ψάχνεις τα λόγια όσων σκοτώσανε», στις σελίδες εγκυκλοπαιδειών.


Ως εκεί.

«επειδή για ότι κάνεις,

πρέπει να σε απειλεί κάποιος».


«Έτσι είναι.

Την ώρα που οι καλαθρεμένοι, του πολιτισμένου… κόσμου, έχουν μάτια μόνο, προς ολοκλήρωση των θέλω, των ορμονών στο σώμα τους, κάπου μακριά, κάποια παιδικά χέρια, αγγίζουν τη σάρκα στα χέρια των γονιών, σα να ‘ναι των ενηλίκων το δέρμα, ένα εργοστάσιο παραγωγής, της ίδιας της έννοιας, ζωής. Δεν συγκινούν τα μωρουδίστικα κλάματα, το σκονισμένο δωμάτιο, με τους τρυπημένους τοίχους από σφαίρες πολιτισμένων. Που ‘ρθανε να σκάψουν τη γη, ως να ρουφήξουν τον πλούτο της, μέχρι εκεί που φτάνουν τα καλαμάκια των πολιτισμένων, με την απάθεια στα πρόσωπα των πολιτικών. Που μόνο αυτοί έχουν δικαίωμα να τρώνε ψωμί. Ενώ μακριά, στην Αραβία, δεν υπάρχει καν, σιτάρι, να το μυρίσουν έστω, τα παιδικά χέρια. Που άλλοτε γνωρίζανε τους τοίχους του σπιτιού τους, μα τώρα, οι κατακτητές, τους είπαν: εγκαταλείψτε τις εστίες σας. Γειτονιές με τείχη γύρω γύρω. Στρατιώτες στα χωμάτινα στενά, που ο τοπικός λαός, μισεί, δικαιολογημένα.

Αν ήταν όλος ο λαός, μια γροθιά, γιατί λείπουν και οι χατζάρες. Τις πήραν μαζί με τ’ αρχαία τούτου του τόπου, που ρημάζουν, αυτοί με τα καλαμάκια. Που λένε στους ντόπιους: δεν πρέπει να βρίσκεσαι εδώ: θα πιούμε το πετρέλαιο σας. Να, διαλύσαμε τον στρατό σας, θα σας κάνουμε να πεινάτε εντελώς. Γιατί βαρεθήκαμε την ανόητη αντίσταση σας.

Τώρα κάτι μάνες, των οποίων το στομάχι διαμαρτύρεται, λένε παραμύθια, στα μωρά παιδιά: κάποτε ήμουν εδώ».

Μια παράγραφος, κάποιου δημοσιογράφου, σε μια εφημερίδα, κάποιας πολιτισμένης… πόλης. Με τίτλο: ως πότε.

(Άραγε πότε θα απειλήσει ο πολιτισμένος, άμαχος πληθυσμός, τα ίδια τα όπλα;).

«Αν ήταν δυνατό, το αίμα μας να γίνει, νερό, να το πιούμε, απ’ την αρχή. Να ποτίσουμε τα παιδιά μας. Που γίνονται βίαια γιατί πεινάνε. Κρίμα για τ’ άλλα στα ορφανοτροφεία μας, που μια μέρα, τους κόψανε το άχυρο. Φορές κάποιος ντόπιος, κλέβει από κάπου, μια τηλεόραση, και τυχαίνει να δούμε, κάποια πρώτη κυρία, να ‘ναι περήφανη πλάι στον αρχηγό-δυνάστη, της δικής μας χώρας, εδώ. Μα είναι τόσο ανόητοι, άνθρωποι;». Παράγραφος που ξέφυγε κάποια νύχτα, στο εξωτερικό, από χ ω άτομο, με χ ψ διασυνδέσεις.

Πάει, κατάφερε να βγει από μια χώρα, του ενάμισι εκατομμυρίου, ντόπιων νεκρών, 5 χρόνια τώρα. Κοίτα να δεις, που αυτή η είδηση, δεν αποτελεί επ’ ουδενί, ολοκαύτωμα.

Κοίτα να δεις.


Χάραμα,

σα να παραμερίζει μια χρωματισμένη βεντάλια, από τη λάμπα, κάποιο ιδιαίτερα τεμπέλικο, χέρι. Που όμως έμεινε ξάγρυπνο, όλη τη νύχτα. Ενόσω ορισμένοι άνθρωποι, με στόχους, ταξιδεύουν μ’ αυτούς, πάντα μπροστά.

«Είναι μακριά ακόμη;».

«Όχι, κυρία». «Αν προλαβαίνουμε».

Η επιβάτης του ελικοπτέρου, παρατηρεί την θέα από ψηλά, εσωτερικά πληρωμένη με ειρήνη, το ξημέρωμα. Μια ηλικιωμένη φιγούρα, που όμως όπως τα παιδιά, τα μάτια της λάμπουν. Μ’ εκείνη τη ξαφνική ζωντάνια, που γεννά, να βλέπεις να ανατέλλει και από το άλλο παράθυρο. Η σπιρτάδα του χρώματος στα μάτια όσων γερνάνε, παραμένει, έστω κι αν, τους χώνουν στα γηροκομεία. Χαρίζοντας τους, φάρμακα, ηρεμιστικά.

(«Ελπίζω να φτάνουμε»).

Πως της λείπει μια παιδική παλάμη. Στο μάγουλο της.

Το νησί επιβραδύνει, χωρίς κόπο, έχοντας ήδη στρίψει, γύρω στις 45 μοίρες, κατευθυνόμενο νοτιοανατολικά. Να, όπου να ‘ναι, θα φανεί το πρώτο ίχνος της Σικελίας.

Ελαττώνει κι άλλο ταχύτητα.

-Τα πάντα είναι ένα-

«Προλαβαίνουμε;».

«Ναι, κυρία, μα υπάρχει ένα πρόβλημα».

«Τι;».

«Τελειώνουν τα καύσιμα».

-τα πάντα είναι ένα-

Αν είναι το φως που σηκώνεται πρώτο, πάνω από τους ανθρώπους, και τις μπουκωμένες τους, συμπεριφορές.

Το νησί, μοιάζει ακίνητο.

Όχι.

Απλά πλέει σα κίνηση-περπάτημα, μικρού, μικρού, ανήλικου παιδιού, που κάποτε είχε ένα όνομα –πριν π.χ. το απαγάγουν.

(κάποιοι στέλνουν με το νου, την αγάπη τους, σε αυτές τις μάνες. Αγάπη, ναι).

Το ελικόπτερο πλησιάζει στο κινούμενο νησί.

«Προλαβαίνουμε, λέτε;».

«Να, ναι». Ο πιλότος σα να ‘χει ταραχτεί. Να, τα καύσιμα βρίσκονται στο τέλος τους.

Ευτυχώς το ελικοφόρο πουλί, ησυχάζει τα φτερά του, με μια πρόχειρη προσγείωση, σε μια παραλία της νήσου.

«Προλάβαμε», χαμογελά η ηλικιωμένη.

«Ναι, μα χωρίς ικανότητα επιστροφής».

«Ίσως να μη χρειαστεί», έχουν μια επιφοίτηση, αυτά τα λαμπερά γέρικα, γαλάζια μάτια.

«Κι έχει ένα υπέροχο, πρωινό αεράκι».

(Το νησί αυξάνει ταχύτατα, ..ξανά).

ελάχιστα βήματα πιο κει.

«Σαν πολύ ησυχία έχει», μιλά ο πιλότος.

«Μμμ». «Ναι». «Ωραία δεν είναι;», χαμογελά διάπλατα η ηλικιωμένη. Προσθέτει: «Έχω να ‘ρθω τόσα χρόνια, Θεέ μου! Δεν χορταίνω να βρίσκομαι εδώ», πλαταίνει περισσότερο η χαρούμενη έκφραση. Ανοίγει τα χέρια της. «Ακούστε τη φύση».

«Αφού την ακούτε εσείς», παραπονιέται ο –γύρω στα σαράντα- άντρας, που δεν θέλει να μείνει εδώ πέρα –θα πρέπει να έχει πολλές ώρες πτήσεως, στο ενεργητικό του.

«Κάποιοι άνθρωποι, δεν μεγαλώνουν ποτέ, ξέρετε». Γλυκιά, ανθρώπινη συμπεριφορά, εκ μέρους της.

«Που πρέπει να πάμε;» τη ρωτά, τυπικά.

«Θαρρώ θυμάμαι. Ακολουθήστε με, κύριε πιλότε».

Τα βήματα τους, σε αγνό χώμα, είδη πρασινάδας. Ακούγονται ήχοι πουλιών, ή παίζει κάποιος με τα φυσικά στοιχεία;

«Ελπίζω να μην κουραστείτε», της λέει, δίχως να το σκεφτεί.

Εκείνη δεν του δίνει σημασία.

Η εσωτερική της ειρήνη είναι γεμάτη αγάπη, πληρότητα, ενότητα με όλα τα ζωντανά. Ανοίγει η σκέψη της, τη μοιράζεται:

«Ξέρετε, το όνειρο μου ήταν αυτό».

«Ποιο;», απορεί ο συνοδός της.

«Να ταξιδεύω, χωρίς να το κουνάω από έναν τόπο».

«Δεν γίνονται αυτά τα πράγματα», χρησιμοποιεί και μια ειρωνεία στα μάτια.

«Αλήθεια;», του αντιγυρίζει. Με απλότητα όμως.

«Είναι όπως όταν μπερδεύει κανείς, τον έρωτα με τη φιλία».

«Δεν σας καταλαβαίνω», εισχωρεί ο άντρας, βαθύτερα στην συνομιλία.

«Πρέπει να δέχεσαι πως για να αισθανθείς τόσο άνετα, πρέπει να μπορεί να συμβεί, κιόλας».

Δεν της απαντά, τώρα.

«Μήπως πεινάσατε;».

«Όχι, καλέ μου. Έχω ότι χρειάζομαι στην τσάντα μου. Ελπίζω να μη σας βαραίνει η βαλίτσα».

«Μα τι λέτε τώρα», παριστάνει τον γυμνασμένο.

«Είναι μακριά, όμως;», συμπληρώνει αμέσως.

Τα γαλάζια μάτια της, χαμογελούν.

Αισθάνεται την ανάγκη να τραγουδήσει. Δεν καταπιέζει τον εαυτό της.

«Ξέρετε η χώρα μας βρίσκεται σε πόλεμο», της πετά, βιαστικά τη φράση.

«Δεν προτιμάτε αυτό το θόρυβο, έ;», τον βάζει στη θέση του.

«Μάλλον», δείχνει μόλις, τώρα, παράλληλα να τη συνοδεύει, να, μόλις, στο πετάρισμα της διάθεσης. Αυτή τουλάχιστον, το διασκεδάζει.

«Είστε μαθημένος στο θόρυβο, αγαπητέ».

«Μάλλον», σκάει ένα χαμόγελο αυτός.

Αυτή γελά.

Κοίτα τις ελιές. Ομάδες ομάδες, που ορισμένες ανεβαίνουν προς τα βουνά, σαν μαλλιά κάποιου ανθρώπου, στην πλάτη.

Ελάχιστες οι εστίες ανθρώπινου κόπου: κάποιο πηγάδι, με πέτρινο στόμιο. Όμως ένα περίεργο πράγμα. Σαν μια αύρα ακινησίας.

«Γνωρίζετε που πάμε;».

«Νομίζω θυμάμαι» -συγκρατεί τον εαυτό της, για την επίμονη στάση του συνοδού.

«Το νησί». «Δεν ανησυχείτε;».

«Όταν αγαπάς κάτι, δεν σε ανησυχεί», παίρνει ρυθμό η επικοινωνία. Μια το ένα πρόσωπο, μια το άλλο.

Σειρά του: «έρχεστε συχνά».

«Όχι, σας είπα. Μα δεν με ακούτε».

«Ναι, θέλουν καθάρισμα», χαμογελά σαν αγνό παιδί, τώρα, ο πιλότος. (καμία σχέση με τους πολιτικούς που πάνε για το Βουλευτιλίκι, γιατί γενικά, οι γονείς τους, όχι μόνο δεν τους αγάπησαν ποτέ, κυρίως, τους θεωρούσαν ασήμαντους).

Κοίτα τα δέντρα, τα φυτά, που δεν γνωρίζουν από αφεντικά, εκτός από τα χέρια που βάζουν φωτιές. Ή αυτοί που αποφασίζουν κι αλλάζουν τη ροή, ποταμών, ή όπου η φύση, δικαιούται να είναι φύση. Σα τους ανθρώπους που την πατάνε, επειδή αυτοί –όσοι- γίνονται θυσία για τους δικούς τους ή όσους εντέλει γνωρίζουν, πάει να πει, πως όλος ο κόσμος είναι αγάπη. Σαν μια νέου είδους, νιρβάνα, όλα καλά, όλα ανθηρά.

Αισιόδοξα.

Ως να σε ξυπνήσουν.

ΌΧΙ.

Οι κάτοικοι του νησιού, κοιμούνται ακόμη, στην ειδικού τύπου, χειμερία νάρκη, που τους έχει φέρει σε αυτή τη κατάσταση, η αύρα του πλεούμενου νησιού. Το οποίο ήταν πάντα ένα με τη φύση. Δεν έχει τις ανθρώπινες νευρώσεις: να αποδεικνύεις πως είσαι έξυπνος. …ή χρήσιμος.

Απλά η γη λέει στα πρόσκαιρα του ανθρώπου, πως αυτή διατάζει. Είναι ο άρχων εδώ. Δες τι ωραίο που είναι το φως της ημέρας. Το φως, είναι πάντοτε, δύναμη. Η νήσος ίσως είναι ένας πλανήτης, ένας αστεροειδής, που αποκτά τροχιά, στις φλέβες του δέρματος της γης.

Οι υπόλοιποι ..πολιτισμένοι, είναι πολύ μπουκωμένοι στις ασχολίες τους, για ν’ ανησυχήσουν για τα τερτίπια της φύσης! Θεωρούσαν πάντοτε, φυσιολογικό, να περισσεύουν άνθρωποι, που θυσιάζονται, για να ‘χουν οι υπόλοιποι, περισσότερο αχάριστο οξυγόνο, ν’ αναπνέουν. Οπότε κάθε πόλεμος είναι απλά, η ανακούφιση από τα οπίσθια του ΝΑΤΟ. Κάτι τόσο φυσικά αναγκαίο.

Είναι μια νέα ημέρα, στα γύρω σταθερά.

Πόσοι και πόσοι, θα αργούν ξανά, ν’ ανοίξουν τα νυσταγμένα τους βλέφαρα, με πρώτη σκέψη, τα ζευγάρια, να μάθουν λόγω άγνοιας.. τα παραθεριστικά σημεία του άλλου.

«Όντως έχει πολύ ησυχία», παραδέχεται η ηλικιωμένη.

«Ναι. Σας το είπα πως είναι περίεργο».

«Ίσως λείπουν για δουλειές», του λέει.

«Όλοι;».

Κι όμως ο ενθουσιασμός τους, πως θα ξαναδεί τον Αρτέμιο, τον εγγονό της, καθώς και την κόρη της, διατηρούν αναζωογονημένη, την προσωπική της αύρα.

Τίποτα δεν της χαλά την διάθεση.

Κανείς καλοθελητής.

Το ταξίδι με το ελικόπτερο, το χάραμα, με αφετηρία ένα αεροδρόμιο, της Πρωτεύουσας, ήταν υπέροχη εμπειρία. Θυσιάζοντας χρηματικό μέρος, μιας τέτοιου είδους, κληρονομιάς, που ήθελε να αφήσει, πίσω.

(«Πίσω;»), συλλογίζονται τώρα, τα γαλάζια μάτια. Σε ποιον άραγε. Στα βουνά που δεν έχουν χρεία από τ’ ανθρώπινα. Ψηλά, στο χωριό της, εκεί. Πίσω. Ή σε συγγενείς της, χαραμοφάηδες, στην ηπειρωτική χώρα; Στις πόλεις τους, που υποδερμικά, μετέφεραν, σωματικές και συναισθηματικές εκκενώσεις, μακρύτερα, χρησιμοποιώντας το αποχετευτικό σύστημα. («Η εξυπνάδα που έλεγα»). («Τέτοια άρρωστη, ανάγκη, να αισθάνονται σπουδαίοι»).

(«Τι ωραίο, που τούτο το νησί, έπαψε να υπακούει σε νόμους ανθρώπινους, που μπούκωναν μόνο, συνειδήσεις»).

Το νησί, εδώ και μερικές ώρες, φέρεται σαν κανονικό πλοίο, λειτουργώντας πάνω του, οι φυσικοί νόμοι, αντίστασης των κυμάτων, κατά τη πλεύση. Απλά έχει ανασηκώσει ελάχιστα, ένα είδος μύτης, κομματιού παραλιακού, το οποίο έχει οριστεί ως “πλώρη”.

Τα πάντα συμβαίνουν στην πραγματικότητα.

(«Που βρίσκονται οι εναπομείναντες κάτοικοι, που τιμούσαν τον όρο, Πατρίδα»), άλλος ένας συλλογισμός από μέσα της.

«Δηλαδή εσείς δεν ανησυχείτε καθόλου;», επιβαρύνει τη νόηση της, φραστικά, ο πιλότος.

«Σίγουρα θα υπάρχει μια εξήγηση, καλέ μου» -καθησυχάζει τον εαυτό της. «Θαρρώ πλησιάζουμε, απ’ όσο θυμάμαι πως πάνε στου εγγονού μου».

«Σας περιμένει;».

«Όχι. Είναι έκπληξη».

«Θα ‘χετε δώρα στη βαλίτσα».

«Σας κούρασε;».

«Είμαι άντρας. Αντέχω».

«Χαίρομαι αγαπητέ».

Όμορφη που είναι η διαδρομή, μες τη φύση.

Τα δέντρα που βρίσκονται όντως εδώ, λειτουργικά, όχι όπως οι τζαμένιες επιφάνειες, οι βιτρίνες, πίσω στον σταθερό κόσμο, όπου αποστρέφεις. Όχι γιατί δεν έχεις λεφτά, μα γιατί δεν έχουν καμία αληθινή αξία. Σα να ‘ναι οι πολίτες, εκεί, ήδη πακεταρισμένοι στα κουτιά τους, προς πώληση. Ή σα να, τους ρούφηξε κάθε πόλη μουσείο, ως έκθεμα. Ή ως ηθοποιοί σ’ ένα ατελείωτο θεατρικό, όπου όμως κανείς δεν τους πληρώνει. Μάλλον γιατί όταν τελειώσει ο επόμενος πόλεμος, θα ‘ναι για τα καλά.

«Δεν είναι όμορφα, εδώ;».

«Ναι κυρία».

«Κάνεις σα να ‘μαι δασκάλα σου», διασκεδάζει αυτή.

«Έτσι όπως έχουμε μπλέξει».

«Αισιοδοξία, αγαπητέ».

«Τα χέρια μου».

«Τι τα χέρια σας;» -τα γαλάζια μάτια της, λάμπουν.

«Κουράστηκα».

«Ας καθίσουμε λίγο, τότε».

«Πηγαίνουμε καλά από δω;», ρωτά ο πιλότος.

«Ανατολικά, όσο θυμάμαι».

«Τι εννοείτε, ανατολικά;», γκρινιάζει αυτός.

«Ανατολικά, καλέ μου».

«Από ποιανού το μέρος;».

«Τι εννοείς, από ποιανού το μέρος;», παραξενεύεται αυτή.

«Αφού κάτι έχει αλλάξει εδώ, μετά το κομμάτι που αποκολλήθηκε. Δεν βλέπετε ειδήσεις;».

«Ειδήσεις; Τι να δω, καλέ μου: την ελευθερία του να σκοτώνεσαι, στα ψεύτικα και στα αληθινά; Αυτά με ταράζουν, εμένα».

«Μάλιστα».

«Σκέφτεσαι κάτι, φίλε;».

«Αφότου πήρε μπρός, πάλι, τούτο εδώ, είδα στην T.V. πως στράφηκε διαφορετικά».

«Μα τα βουνά είναι στη θέση τους», αναστατώνεται ήσυχα, αυτή.

«Μάλλον έχετε, όντως, χρόνια, να ‘ρθετε».

«Θέλεις να πεις, ότι χαθήκαμε;», γουρλώνει τα μάτια της.

«Δεν θα με εξέπληττε». «Κι έχω μια πείνα».

«Έ θα βρούμε κάποιον να μας βοηθήσει. Έχει κόσμο εδώ».

«Ωραία», αισθάνεται προσωρινά, ανακουφισμένος.

Η θαλάσσια αύρα. Καθαρός αέρας.

Πεζοπορία σαν εκδρομή.

«Δηλαδή, Κυρία, εσείς δεν πεινάτε;».

«Είσαι ανυπόμονος».

Καταναλώνουν σάντουϊτς. Κρύο τσάι.

«Ας πάμε νότια τώρα», της γεννιέται η ιδέα. Σηκώνονται.

«Είστε σίγουρη;».

«Θα ρωτήσουμε».

«Δεν σας ανησυχεί, τόση ησυχία;».

«Τα αληθινά, ζωντανά πράγματα, ποτέ δεν με ανησυχούν».

Αυτός, “παραδίδει τα όπλα”.

Κοντεύει μεσημέρι.

Να, φαίνονται τα παράλια, βαλκανικών χωρών.

Το νησί προσπέρασε την Σικελία.

«ίσως θα ‘πρεπε

να το σκεφτείτε πιο γρήγορα,

στρατηγέ»

αλήθεια από δω ψηλά, δεν ξεχωρίζουν τα “μυρμήγκια”, οι ζωντανοί οργανισμοί πάνω σ’ αυτούς τους χωμάτινους όγκους, που εξέχουν, σαν καρκίνος, θαρρείς, πάνω στο δέρμα της γης. Αν βλέπουν οι ισχυροί, τη γη, έτσι. Αν αιμορραγεί η γη, ενόσω τη βομβαρδίζουν. Αν αυτό που σκοτώνουν στο δέρμα της, δεν είναι άνθρωποι, απλά πιστεύουν πως θεραπεύουν τη γη, από δίποδους καρκίνους, που δεν υπακούουν στην παγκοσμιοποίηση. Τα κακότροπα ανήλικα, ακόμα ακόμα, που δεν τους αρέσουν τα σημερινά πρότυπα, που μεγαλώνοντας θα συνεχίσουν να δρουν με ωριμότητα. Έχοντας κρίση.

Κοίτα τι ωραία που σχίζει τα νερά της Μεσογείου, η νήσος. Με τις προεξοχές της, οι περίφημοι όγκοι των βουνών, σαν καπέλα παιδιών σε πάρτι, με όλο τον κήπο ολόγυρα, ελεύθερο. Τι ωραία που φαίνεται από ψηλά, το δέρμα της γης. Καφέ, με τις γαλάζιες αρτηρίες, σα φλέβες.

Η νήσος κατευθύνεται στα νοτιοανατολικά παράλια της Πελοποννήσου. Σα να παρασύρει ένα ρεύμα, κάποιο παιδικό παιχνίδι. Ένα φασόλι γίγαντας, που επιπλέει, διασκεδάζοντας τις μικρές ηλικίες.

Θα πάει μακριά, η…..νήσος;

Οι προσπάθειες των ανθρώπων.

Τα επαγγέλματα, των εξολοθρευτών …μυρμηγκιών.

«Το θέμα είναι πως δεν ακούγεται τίποτα», ξαφνιάζεται αργοπορημένα, ο πιλότος.

«Είσαι ανυπόμονος».

Βγαίνουν στον νότιο, παραλιακό, δρόμο, κατευθυνόμενοι ανατολικά. Σα να φυσάει πιο πολύ, τώρα.

Βλέπουν τα πρώτα σπίτια, της πόλης που κατοικεί ο εγγονός της ηλικιωμένης –Αρτέμιος. Μεσημέριασε.

«Δηλαδή τώρα, πρέπει να υποθέσω πως κοιμούνται όλοι».

«Ναι αγαπητέ. Όντως περίεργο».

«Έχω δίκιο δηλαδή».

«Δεν είμαι τόσο εγωίστρια», του χαμογελά.

«Δεν σας φοβίζει;».

«Τι ακριβώς, φίλε πιλότε;».

«Όλη αυτή η αταραξία».

Αυτή βάζει τα γέλια.

«Ξεχνάτε που βρισκόμαστε».

«Όχι, δεν ξεχνώ. Πέταξα ως εδώ, αν θυμάστε».

«όλα είναι κλειστά», παρατηρεί τώρα, εκείνος.

Εισέρχονται σε ασβεστωμένα, κατά τόπους, στενά.

Φυσάει πιο δυνατά, τώρα.

«Ίσως θα ‘πρεπε να το ξανασκεφτούμε».

«Μην είσαι τόσο φοβητσιάρης». «Να, φτάνουμε».

«Αν ήταν πάντοτε έτσι», συμπληρώνει η ίδια.

«Τότε θα ‘ταν ο κόσμος, γεμάτος τεμπέληδες», της αποκρίνεται.

«Τότε να κατατάξουμε εκεί, ηθοποιούς, συγγραφείς, μουσικούς, ποιητές», του μιλά χωρίς διάθεση να τον πληγώσει. «Ξέρετε ο γιος μου γράφει. Είναι δημοσιογράφος. Δυστυχώς πήγε στον πόλεμο».

«Κουράστηκα κυρία».

«Τς τς τς. Νέος άνθρωπος».

«Δεν δίνετε σημασία όμως, που έφυγε».

«Μην γίνεσαι ενοχλητικός, καλέ μου».

«Όχι, Θεός φυλάξει».

«Μάλλον χάσανε έναν καλό πιλότο, εκεί κάτω».

Στο άκουσμα αυτό, ο άντρας κοκκινίζει.

«Ορίστε», φωνάζει η δυό φορές μαμά, του Αρτέμιου. «Φτάσαμε».

Να η πολυκατοικία, η γνωστή. Με τη μπασκέτα στο πλάι. Στροφή το κλειδί. Ακούς βήματα στις σκάλες.

«Φαίνεται να μην έχει ρεύμα», την ενημερώνει.

Εκείνη συνεχίζει. Ένας, δύο, τρίτος όροφος.

«Εδώ είμαστε». Παίρνει ανάσα.

«Οικοδόμηση για νησί!», του βγαίνει η κούραση.

«Τώρα θα καθίσετε». «Η κόρη μου κάτι θα μας ετοιμάσει».

Τέτοια ησυχία στα σταθερά, υπόλοιπα σημεία της γης, παρατηρούσες στις γειτονιές, τον προηγούμενο μήνα, ενόσω αδειάζανε: γιατί μεταφέρονταν κατά πλήθη, ο λαϊκός όχλος, σε σημεία απ’ όπου θα περνούσε η ολυμπιακή φλόγα. Τριάντα, σαράντα, 120, 300 !!! αστυνομικοί, γύρω από το νέο άτομο που έπαιρνε τη σειρά του, κρατώντας τη τεχνολογική δάδα. Μήπως επιτεθούν στη φλόγα!! Σα να εξηγούσαν στους θεατές στην τηλεόραση: πως η ελευθερία είναι κάτι παγιδευμένο. Αν φυσικά η ελευθερία συνδέεται με την ειρήνη που ως ιδεώδες, κάποιος λαός, παραδίδει κάθε χρόνο, στην Ολυμπία. Αλήθεια εξωφρενικά εξωφρενικό, ως να εκνευρίζεσαι, παρατηρώντας το θέαμα αυτό! Μέχρι και σε λεωφορείο ανέβασαν την τεχνολογική δάδα. Τι ξεφτίλα για την …συγκεκριμένη χώρα, που ήταν στο πρόγραμμα να περάσει η παγιδευμένη ελευθερία….

Όπως τα όνειρα, μικρών και μεγάλων παιδιών. Για τα αυτονόητα.

«Κοιμούνται!».

Εισέρχονται στο υπνοδωμάτιο της κόρης της ηλικιωμένης.

«Μην είσαι τόσο αδιάκριτος, καλέ μου».

Την έπιασε, το γενικά, μητρικό της.

Ο Αρτέμιος κοιμάται τυλιγμένος με το δικό του πάπλωμα. Η μάνα του κάτω από τα σεντόνια.

«Τα καλά μου», μιλά γλυκά, η γιαγιά.

(«Προσπαθούσαν να προστατεύσουν τη φλόγα, στην οποία δεν πίστευαν», έγραφε πριν λίγες ημέρες, ένας τίτλος, εφημερίδας. Όμως σιώπησε κι αυτή η φωνή, μαζί με το ενδιαφέρον των πολιτισμένων.. να μάθουν πως μυρίζει ο θάνατος, στα σημεία όπου σκοτώνονται, άνθρωποι –κάπου μες τις πόλεις, επίσης. Πάψανε να θέλουν να ενημερώνονται για τα χούγια αυτού του συγκεκριμένου, του ελεύθερου κομματιού, γης, που μετακινείται).

Σα να βγαίνει τώρα ο ήλιος, σαν πίσω από σύννεφα. Στέλνει έντονα, το φως, στα κλειστά πατζούρια.

«Μισό να ανοίξω. Εσύ αγαπητέ, λίγη ησυχία». «Εμπρός στο σαλόνι».

«Θα δω αν έχει κάτι να φάω».

«Καλά θα κάνεις» -τον ξεφορτώνεται.

Τώρα το μεσημεριανό φως, διαχέεται ελεύθερο, στο υπνοδωμάτιο.

«Νομίζω πως είναι ώρα να με καλωσορίσετε», μιλά στους συγγενείς της.

Τα σώματα τους εκπέμπουν χαλαρότητα.

(«Δεν έχει σχολείο σήμερα, το παιδί;»), ανησυχεί από μέσα της.

ΌΧΙ.

Δεν είναι δυνατόν, να ξυπνήσει, μήτε το αγόρι, μήτε την κόρη της.

Δεν βάζει τις φωνές. Ναι, αναπνέουν. Απλά κοιμούνται γαλήνια.

(Γιατί κάποτε πρέπει να αποτοξινώνεται κανείς, από άγχος ή στενοχώρια).

Φυσάει έξω. Ρίχνει τη θερμοκρασία.

Σα να χαλά η διάθεση, σε αυτά γαλάζια, γέρικα, μάτια.

«Νομίζω στρατηγέ, πως πρέπει να ξεκινήσουν τώρα».

Η ηλικιωμένη συναντά τον πιλότο στον καναπέ του σαλονιού. Τον πήρε ο ύπνος. Τρέχει να τον ξυπνήσει. Τον ταρακουνά.

Πάει.

Έπεσε κι αυτός, σε χειμερία νάρκη.

Τον νησί τον ξεκουράζει από τα άγχη του.

Η γιαγιά δεν κατανοεί τι συμβαίνει.

Της λείπει η ζωηράδα του μικρού. Πόσο μεγάλωσε.

Ακούει κάποιο πουλί, έξω. Θαρρεί της κρατάει συντροφιά.

«Δεν πρέπει να κοιμηθώ», ξεστομίζει σαν από επιφοίτηση.

Είναι σαν χαμένη.

Ετοιμάζει καφέ στο μπρίκι, στο γκάζι. Ψάχνει για κεριά.

Το πουλί απομακρύνεται προς άγνωστη κατεύθυνση.

«Μήπως γι’ αυτό, τόση ησυχία;».

Σα να νυστάζει.

«Συγκρατήσου», μιλά στο είναι της.

Απογοητεύεται, που αντί να την υποδεχτούν –μια τέτοια έκπληξη, αλήθεια. Τους συναντά τώρα, μα… μηδέν αποτέλεσμα.

“Είμαστε σαν χαμένοι στον ωκεανό».


«Ήταν κάποτε

μια κοπέλα, σ’ έναν χώρο βιβλίου, που αγαπούσα ως άνθρωπο. Και την πλησίαζα μέσα της, με μια ματιά.

Ένα πρωί, σαν ένα πουλί που κελαηδά σε κλαδί, ήρθα εμπρός της και της είπα μια επιθυμία μου: Γράφω κάτι, και χρειάζομαι μια συγκεκριμένη αίσθηση: θα ‘θελα να κρατήσω τη παλάμη σου.

Να ‘ξερες, ψυχογιέ μου, πόσο σκληρά, μου φέρθηκε.

Μου έβαλε τις φωνές, με μια ματιά της.

Σα να την πείραζε που ζούσαν, όλοι οι υπόλοιποι, με ανθρωπιά, ακατανόητοι γενικά, από εκείνους ειδικά, που ‘χουνε το κοκαλάκι της νυχτερίδας. Τα μικρά αισθήματα, που σταματήσανε κι αυτά προς πώληση, ως όψεις λουλουδιών. Κοίτα όμως, που θέλανε κάποιου είδους ψύξη, για να συγκρατούν το άρωμα τους. Αν η χαμηλωμένη θερμοκρασία, εξηγείται, ως δοκιμασίες, πάνω στο χρυσόμαλλο δέρας της σημαντικότητας που προβάλλει, καθένας. Άραγε ξεφτίζει το χρυσάφι, ή σαν άγαλμα Βούδα, ο περήφανος πρέπει να περιμένει τα φύλλα-χρυσού-αυλή-επηρεασμένων προσώπων.

Κάτω από τούτη τη πανοπλία, κενό. Σα τη συμπεριφορά των πολιτικών. Ή να χαρίζεις αγάπη και συναισθήματα, ένα κομμάτι δηλαδή, γραπτού λόγου, μα εκείνη να μη το μεταχειρίζεται σα ζωντανό πλάσμα. Που πλέον όμως, δεν χρειάζεται μείον βαθμούς, μα ζέστη και φροντίδα.

Έπειτα όλα τα αυτονόητα, τα λάσπωσε μια απογοήτευση.

Γι’ αυτό, ψυχογιέ μου, σου είπα, στο τηλέφωνο: φεύγω για να αισθανθώ, ανόητος. Φαίνεται τόσα χρόνια η εσωτερική μου τρυφερότητα, και η παιδική ματιά που αγαπούσε ο Θεός, ήταν περηφάνια για το ανθρώπινο είδος».

Αυτή την επιστολή του γιου της, την βρήκε η ηλικιωμένη, πάνω στο γραφείο του Αρτέμιου, δίπλα σ’ ένα φάκελο, που ‘χε ταχυδρομηθεί. Τι ειρωνεία. Εντός ίδιας πόλης. Αντί να παραδοθεί στα χέρια του μικρού.

Η γιαγιά θέλει να τακτοποιήσει το γραφείο.

Κάτω τώρα, από το φάκελο, του θείου του μικρού, ανακαλύπτει έναν άλλο φάκελο, που λέει απέξω: ανιψιός.

Τον ανοίγει η γαλαζομάτα, τον διαβάζει με ευλάβεια:

«Αν είναι, θείε, αυτός ο κόσμος σας, να μη μεγαλώσω. Που ποδοπατείτε τα συναισθήματα, και δεν αφήνεστε. Φορές πιστεύω, πως είτε νομίζετε πως τα παιδιά υπάρχουν μόνο για να περνάμε καλά, είτε αυτή είναι η δικαιολογία σας, για να κάνετε ότι θέλετε. Χωρίς να το γνωρίζουμε. Αφού εσείς οι μεγάλοι, μία, μας θέλετε: λεξικά, με πρόωρη ωριμότητα, μία, μας ζηλεύετε, γιατί δεν μπορείτε να βλέπετε κινούμενα σχέδια. Επειδή αυτόματα, θα σας κοροϊδέψουν, έως σημείου περιθωριοποίησης. Γι’ αυτό τρέχετε να γίνετε γονείς, μήπως αισθανθείτε άνθρωποι. Κάπου ανάμεσα στις προκλήσεις σας.

Έπειτα αδειάζει το σπίτι, από πατέρα, θείο, παλαιότερα παππού.

Ίσως ο παππούς πολεμάει ακόμα, κάποιον εχθρό».

«Τώρα πια δεν υπάρχουν γυναικεία, αγαπητά, μάτια, στην τηλεόραση, να αγαπήσεις».


Αν είναι η μοναξιά,

κάτι που προτιμάς, ώρες

Κάνει κρύο τώρα. Θα φταίει που φυσάει τόσο πολύ.

(«Δεν υπάρχει και ρεύμα, να λειτουργήσει η σόμπα». «Κρυώνω»).

Η ηλικιωμένη κοιτά, πέρα από το μπαλκόνι. Προσωρινά.

Επιστρέφει στο υπνοδωμάτιο της κόρης της. Κοιτά τους κοιμισμένους. Αυτόματα θυμάται μια φράση της νεαρότερης γυναίκας, το χρονικό διάστημα που ήταν να παντρευτεί κρυφά, και να φύγει, με προορισμό αυτό το νησί: «θέλω να ψάξω αυτόν που μου κρύβεται για να μην τον αγαπήσω». Τα γαλάζια μάτια δεν κατανόησαν το χιούμορ στη φράση, ή μια ανάγκη να ολοκληρώνεται ένα άτομο, με δική, οικογένεια. Ελάχιστα μετά το γάμο της κόρης, η τωρινή ηλικιωμένη, θα έφευγε μουτρωμένη, επιστρέφοντας στο χωριό της, στην ηπειρωτική χώρα. Οι ελάχιστες ημέρες, στο νησί, ή οι αραιές επισκέψεις, δεν την ικανοποιούσαν. Παρόλο που είχε αγοράσει έναν χάρτη του νησιού, και τον μελετούσε συχνά. Δεν.. ήξερε, γιατί. Η κόρη της, της είχε πει, σε μια από τις τελευταίες της, επισκέψεις: «όταν δεν γίνεται το δικό σας, γίνεστε σκληρόπετσοι, γιατί ζηλεύετε». Αν είναι δυνατόν μια χήρα μάνα, να ζηλεύει. Την έννοια συντροφικότητα. Ή μήπως ναι;

Κοιτούν το παιδί, τα γαλάζια μάτια. Κάτι θέλει να της πει, κι ας κοιμάται:

«Έπρεπε να θυμάσαι να παίρνεις κανένα τηλέφωνο. Όπως έκανε ο αδελφός σου. Ξέρεις δα: αυτό το πρόσωπο που προσπαθούσε να σου μοιάσει, κάποτε, όπως μου ‘χε εξομολογηθεί. Κοιτούσε μου ‘χε πει, τελευταία, στον καθρέφτη του, και ανακάλυπτε, τόσα πολλά χρόνια μετά, κοινές γωνίες, ακόμη ακόμη, τη συγκεκριμένη ομοιότητα στη μελαγχολία, στα μάτια σας».

Μια θολή σκιά, πέφτει πάνω σ’ αυτά τα γαλάζια μάτια. Για το ανεξήγητο των φυσικών στοιχείων, εδώ.

Ανοίγει την ντουλάπα με τα ρούχα.

«Είναι όντως καθαρά, τα ρούχα του ψαρά σου», μιλά.

Ρίχνει μια ματιά στα δύο, πάνω, φύλλα. Κάτι κουβέρτες. Αρπάζει δύο. Σκεπάζει καλύτερα τους κοιμισμένους. Ανακαλύπτει μια κάμερα, φορητή.

Είναι μια παρόρμηση.

Δεν ξέρει το γιατί.

Θέλει να τραβήξει βίντεο, οτιδήποτε έξω από το μπαλκόνι, προς κάθε κατεύθυνση. Μετακινείται εκεί. Μεγάλωσαν οι μέρες. Αισθάνεται λίγο παιδί, που διασκεδάζει ένα πόνο. Ο δυνατός άνεμος, φέρνει, σύννεφα βροχής. Σύντομα θα ‘ναι εδώ. Γύρω. Πάνω στην πορεία του νησιού.

«Στρατηγέ».

“Αυτή η κάμερα”, φέρνει τα χρώματα, πίσω, κει όπου προηγουμένως αδιαφορούσαν οι άνθρωποι, τι είναι όμορφο και γιατί. Τα φέρνει με τον άνεμο. Σχηματίζοντας καθετί, γύρω, σαν πινελιά, όχι σε πίνακα. Σε κινούμενα σχέδια. Σα ν’ ανταγωνίζονται τα χρώματα, στην ένταση, πάνω σε κάτι. Τοίχο, αντικείμενο. Τα γύρω σημαντικά. Με κόπο χεριών, που ξένα κουμπάκια, δεν σκόπευσαν εδώ. Γιατί μόνο στους πολιτισμένους… υπολογίζεται ο κόπος. Αυτά τα κινούμενα, τοπικά, σχέδια, που άμα θέλανε, δεν υψώνανε ασπίδα, διάφανη, να βλέπεις ότι νίκησες. Τις αποφάσεις εκείνων με τα αλεσμένα μυαλά.

Δεν ξεφεύγει κανείς, πολύ ώρα, με τη φαντασία. Παρομοίως η ηλικιωμένη, που παρατά κάθε τι που μπορεί να ξεγελάσει τον νου.

«Στρατηγέ».

«Σε λίγο».

Η γιαγιά του Αρτέμιου, κάτι τσιμπά, στην κουζίνα. Ανάβει κεριά, 2 σε κάθε δωμάτιο. Πέφτει το φως. Κρυώνει περισσότερο, τώρα.

(«μην κοιμηθείς»). Αισθάνεται όμως, κουρασμένη. Σα να αναβάλλει κάτι που δε μπορεί να ελέγξει.

(όπως αυτά που δεν μπορούμε να μιμηθούμε).

«Κι όμως δεν σ’ άφησα, κόρη μου, να είσαι ότι ήθελες».

«Άνθρωπος μοναδικός, ναι».

«Στρατηγέ!».

«Εντάξει, εντάξει».

Μια τηλεφωνική συνομιλία. Διαταγή.

Δυο φρεγάτες βγαίνουν από τον κεντρικό ναύσταθμο, στην ηπειρωτική περιοχή, που ως Έθνος, ανήκε το νησί. Φούλ οι μηχανές. Οδηγία: φτάστε το νησί, κι απλά, συνοδέψτε. Μέχρι νεωτέρας.

Χαζή διαταγή, όμως οι πλοίαρχοι έπρεπε να υπακούσουν. Είχαν δε και το φόβο κάποιας τρομοκρατικής ενέργειας, ως αντίποινα για την εισβολή σε ξένο τόπο, για το καλό του Έθνους!!

Μάιος και βροχές! Αλλά έτσι είναι το κλίμα, πια. Τρελαμένο.

«Φούλ τις μηχανές!».

Γρήγορη η συνάντηση με το Λιβυκό πέλαγος, κάτω από την Κρήτη. Οπτική επικοινωνία, μεταξύ νήσων. Η μπόρα εδώ κάτω είναι ιδιαίτερα δυνατή. Μα φαίνεται πως αυτό δεν φοβίζει, μερικά πολεμικά πλοία, συν ένα αεροπλανοφόρο, που έχουν στήσει καρτέρι, στο κινούμενο νησί.

Όπου να ‘ναι θα φτάσουν και οι φρεγάτες. Όμως άργησαν. Χιλιόμετρα πίσω. Τα μποφόρ δυνάμωσαν.

Νύχτα.

Πιο πίσσα σκοτάδι, με αυτά τα μαύρα σύννεφα, που ξερνάνε, δάκρυα πιθανόν.

Τι στο καλό… πάλι.

Τα πολεμικά πλοία, που βγήκαν από μια κοντινή βάση, κλείνουν το δρόμο της νήσου! Λες να νομίζουν, πως θα φοβίσουν, τούτο το μοναδικό, ελεύθερο, κομμάτι γης, στην γη;

Τι στο καλό… Τα πολεμικά κατεβάζουν, άγκυρες.

Το νησί δεν φοβάται τα παιχνίδια.

Λίγο παρεκκλίνει της πορείας. Ίσα ίσα, για να ταράξει, να μουσκέψει εκείνους τους ναύτες, με τα παρατεταμένα όπλα και τους φωτεινούς, γιγάντιους, προβολείς.

Το νησί θέλει να τρέξει τώρα. Αν μπορούσε να βγάλει και πόδια…

Με πόσους κόμβους, ταξιδεύει; Πολύ γρήγορα. Έχει ανεβάσει κι άλλο, τη μύτη, στη “πλώρη”.

Η ηλικιωμένη αισθάνεται την αλλαγή. Ετοιμάζει κι άλλο καφέ. Τυλίγεται με μια κουβέρτα, σε μια πολυθρόνα. Καθισμένη άβολα. Μην τη πάρει ο ύπνος, όπως τον πιλότο, στον καναπέ, απέναντι της. Δεν ξέρει τι να περιμένει.

Είναι μια παιδική

Χορωδία, μες την νύχτα, κάπου, σε κάποια εκκλησία, με λίγους πιστούς, στα καθίσματα. Μόνο τα πρόσωπα των παιδιών, είναι θλιμμένα. Σα κάποιος να όρμηξε στο μαντρί του Θεού, αρπάζοντας τα πρόβατα-στρατεύσιμες-ψυχές, του Δημιουργού των Πάντων, ρίχνοντας τα στη φωτιά. Του πολέμου. Του αλληλοσπαραγμού. Με θύματα, γιαγιάδες, γυναικόπαιδα, άλλα πρόσωπα, άλλα μάτια. Άλλα πρόβατα. Που ‘χαν απλά, τη βούλα, άλλης, επίγειας σημαίας. Σα να γύρισε πλευρό κι η ίδια η γη, να κρύψει το δικό της, θλιμμένο, πρόσωπο. Γιατί να ‘ναι τόσο εύκολο να ‘χουν ταξινομηθεί, ποιοι θα ζουν και ποιοι θα πεθαίνουν –άμεσα.

Ο μη κινούμενος κόσμος, είναι τα κινούμενα σχέδια του πρόσκαιρου κακού, που μάγεψαν και τους ενήλικους.

Όλοι αυτοί οι ..πολιτισμένοι, έμπειροι, στο να σε βάζουν στη θέση σου, εκτός από το να διαμαρτυρηθούν: δεν θέλω να πεθάνω. ΌΧΙ. Δεν θα γίνω μισθοφόρος, με το ζόρι, για χάρη του ΝΑΤΟ. Κι ύστερα, να πάει ο ελεύθερος άνθρωπος, η ιδιοκτησία του Θεού, σε κάποιο κανάλι, να καταγράψουν δημόσια, τη συγνώμη του σε όσους πέθαναν, το όχι του στα σχέδια του πρόσκαιρου κακού. Γιατί ο Ιδιοκτήτης, θα νικήσει το κακό. Μια επίγεια ώρα, απειροελάχιστα όμως, στης αιωνιότητας τη διαδρομή, κινούμενος ο λαμπερός Παράδεισος, στα σύμπαντα.

Βρέχει σε τόσες περιοχές. Σάββατο βράδυ. Χαλάει τα σχέδια αυτών που πιστεύουν πως είναι προνομιούχοι, γιατί αποκατέστησαν τη φήμη τους, εδώ, λαβαίνοντας απολυτήριο ως άνθρωποι. Γιατί διέγραψαν αυτό που δεν άρεσε στους γύρω.

Είναι

ένα κόμικ.

Οι πρώτες σελίδες έχουν κοπεί. Χ ψ αριθμός.

Λείπει επίσης, το δίφυλλο με το εξώφυλλο και το πισώφυλλο. Έγχρωμο είναι το κόμικ;

Δεν υπάρχουν σχόλια: